ΣΧΟΛΙΟ ΣΕ ΕΝΑ ΑΚΟΜΗ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΟ ΑΤΟΠΗΜΑ (Αναφορά σε πρόσφατη «βαπτισματική συμφωνία» στην Φινλανδία).

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

 

Εν Πειραιεί τη 17η Οκτωβρίου 2022

 

ΣΧΟΛΙΟ ΣΕ ΕΝΑ ΑΚΟΜΗ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΟ ΑΤΟΠΗΜΑ

(Αναφορά σε πρόσφατη «βαπτισματική συμφωνία» στην Φινλανδία)

 

    Όπως κατά κόρον έχουμε επισημάνει, το πολυκέφαλο θηρίο του Οικουμενισμού συνιστά σήμερα την μεγαλύτερη απειλή στο σώμα της Εκκλησίας. Οι οικουμενιστικές κακοδοξίες έχουν πλέον διαβρώσει σχεδόν όλα τα Πατριαρχεία και τις Αυτοκέφαλες Εκκλησίες, τις Θεολογικές Σχολές, τα περισσότερα μοναστήρια, την πλειονότητα των κληρικών και λαϊκών, ακόμη και αυτό το Άγιον Όρος, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων. Μια από τις πιο επικίνδυνες αιρετικές θεωρίες αυτής της παναιρέσεως είναι και αυτή της «Βαπτισματικής Θεολογίας», ή «Βαπτισματικής Ενότητος», η οποία δυστυχώς έγινε ευρέως αποδεκτή από υψηλά ιστάμενους εκκλησιαστικούς ταγούς και θεολόγους. Είναι δε κατ’ εξοχήν επικίνδυνη, διότι αλλοιώνει σε βάθος την Ορθόδοξη Εκκλησιολογία, σχετικοποιεί την Ορθόδοξη πίστη και Παράδοση, αποτέλεσε δε τον ακρογωνιαίο λίθο, πάνω στον οποίο στηρίχθηκε η προετοιμαζόμενη «ένωση των Εκκλησιών».

    Με απλά λόγια, σύμφωνα με την θεωρία αυτή, εμείς οι  Ορθόδοξοι έχουμε κοινό βάπτισμα με τους αιρετικούς, επειδή είμαστε όλοι βαπτισμένοι στο όνομα της Αγίας Τριάδος και αποτελούμε όλοι μία Εκκλησία. Ο αρχ. π. Κύριλλος Κωστόπουλος, Ιεροκήρυκας της Ι. Μ. Πατρών και Δρ Θεολογίας, παρατηρεί σχετικά ότι «κατά τον προηγούμενο αιώνα παρουσιάστηκε μία εκκλησιολογική θεωρία, αποκαλούμενη ‘βαπτισματική θεολογία’, η οποία επεκτάθηκε και διδάσκεται εντόνως μέχρι τις ημέρες μας. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης, άλλοι Πατριάρχες, Επίσκοποι και θεολόγοι ορθόδοξοι πρεσβεύουν και διακηρύσσουν την θεωρία περί της ενότητος και εγκυρότητος του βαπτίσματος όλων των ‘χριστιανικών ομολογιών’. Παραδέχονται, δηλαδή και αποδέχονται το βάπτισμα των Παπικών, των Προτεσταντών και άλλων αιρετικών ομάδων ως έγκυρο, ταυτίζοντάς το με το Βάπτισμα των Ορθοδόξων….». Και διερωτάται: «Γίνεται, όμως, αυτό αποδεκτό από την Αγιογραφική και Πατερική διδασκαλία; Απαντούμε στεντορεία τη φωνή: Όχι!»[1].             

    Σαφή έκφραση και εφαρμογή πάνω στην πράξη της παρά πάνω οικουμενιστικής θεωρίας αποτελεί και η πρόσφατη «Συμφωνία για το Βάπτισμα», που πραγματοποιήθηκε μεταξύ του επικεφαλής της «Ευαγγελικής Λουθηρανικής Εκκλησίας της Φινλανδίας» κ. Τάπιου και του Ορθόδοξου Αρχιεπισκόπου Φινλανδίας κ. Λέοντος. Σύμφωνα με το σχετικό δημοσίευμα: «Ένα άλλο καταθλιπτικό νέο που διαβάσαμε σήμερα είναι ότι ο αρχιεπίσκοπος Ελσίνκι και πάσης Φινλανδίας Λέων και ο ηγέτης της Ευαγγελικής Λουθηρανικής αίρεσης της Φινλανδίας Τάπιο, υπέγραψαν κοινή συμφωνία για το Βάπτισμα….Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Φινλανδίας αναφέρει ότι η αναγγελία υπογράφηκε από τους δύο άνδρες στον καθεδρικό ναό της Λουθηρανικής ‘εκκλησίας’ στο Τούρκου, αφού είχε συμφωνηθεί πριν στους ‘θεολογικούς διαλόγους’ της 20ης και 21ης Σεπτεμβρίου. Στις δηλώσεις που έκανε κατά την υπογραφή του κειμένου ο αρχιεπίσκοπος Λέων τόνισε ότι ελπίζει πως το έγγραφο θα βοηθήσει τις ‘εκκλησίες να μεταδώσουν την σημασία της έννοιας του Βαπτίσματος με έναν πιο προσιτό τρόπο, μέσα σε ένα περιβάλλον όπου οι βαπτίσεις των παιδιών μειώνονται’. ‘Η κοινή διακήρυξη’ αναφέρει ότι το βάπτισμα καθιερώθηκε ως Μυστήριο από τον Κύριο. Αναφέρει την συμφωνία σε κάποια γενικά σημεία και αμέσως μετά οι υπογράφοντες δηλώνουν την διαφοροποίησή τους, η οποία όμως δεν έχει και μεγάλη σημασία! Αν και ‘έχουμε διαφορετικές ιδέες για το Βάπτισμα’, συνεχίζει η διακήρυξη, οι προσήλυτοι από τον Λουθηρανισμό στην Ορθοδοξία, ή το αντίστροφο δεν θα βαπτίζονται, διότι ‘και οι δύο οι εκκλησίες αναγνωρίζουν την επάρκεια της τελετής του Βαπτίσματός της άλλης….Οι εκκλησίες μας έχουν κοινές ρίζες στον αδιαίρετο Χριστιανισμό της πρώτης χιλιετίας. Μετά η εξέλιξη του δόγματος ακολούθησε διαφορετικούς δρόμους, και επομένως έχουμε διαφορετικές ιδέες για το Βάπτισμα και πώς να το τελέσουμε. …»[2].

    Την πρώτη προσπάθεια «θεολογικής» θεμελίωσης της κακόδοξης αυτής θεωρίας θα πρέπει να αναζητήσουμε στην Β΄ Βατικανή Σύνοδο, (1962-1965) και μάλιστα σε ένα από τα διατάγματα, που θεσπίσθηκαν σ’ αυτήν, στο λεγόμενο «Περί Οικουμενισμού Διάταγμα», (Unitatis Redintegratio). Γύρω από το εν λόγω Διάταγμα ασχολήθηκε σε μια άριστη μελέτη του ο πρωτ. π. Πέτρος Χιρς, διδάκτωρ της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ., με τίτλο «Η εκκλησιολογική αναθεώρηση της Β΄ Βατικανής Συνόδου». Σύμφωνα με την μελέτη: «η εικόνα της Εκκλησίας που αναδύεται από τα κείμενα του Unitatis Redintegratio, (UR) και του Lumen Gentium, είναι μία ιδιάζουσα Εκκλησία δύο βαθμίδων με δύο είδη βαπτίσματος, ή δύο αποτελέσματα εκ του ενός βαπτίσματος. Σύμφωνα με το UR οι κατέχοντες μόνο το βάπτισμα, χωρίς την πραγματικότητα της Ευχαριστίας, (ήτοι οι περισσότεροι Προτεστάντες), ‘ενσωματώνονται αληθινά’ στο Σώμα του Χριστού με το βάπτισμα, χωρίς όμως να μετέχουν στο Αίμα του Χριστού, στην Ευχαριστία. Όσοι θεωρούνται πως κατέχουν μια ‘έγκυρη’ Ευχαριστία, επειδή έχουν Αποστολική Διαδοχή, (ήτοι οι Ορθόδοξοι), αυτοί παρ’ ότι συμμετέχουν αληθινά στο Σώμα και Αίμα του Χριστού, εν τούτοις παραμένουν ‘τραυματισμένοι’, στερούμενοι όχι το πλήρωμα του Χριστού, αλλά το πλήρωμα της κοινωνίας με τον εκπρόσωπο Αυτού, τον Ανώτατο Ποντίφικα».[3] Στην παρά πάνω εικόνα περί Εκκλησίας που μας δίδει το UR, βασικό και θεμελιώδες κριτήριο εκκλησιαστικότητος είναι το βάπτισμα, το οποίο «ενσωματώνει στην Εκκλησία του Χριστού τους ‘χωρισμένους χριστιανούς’ πρώτον ως μέλη της ιδιαίτερης Εκκλησίας τους και δεύτερον ως χριστιανούς, που βρίσκονται σε ατελή κοινωνία με την Ρώμη».[4] Αξίζει να σημειώσουμε εδώ, ότι το UR δεν ενδιαφέρεται μόνο να δώσει μια νέα θεώρηση στην περί βαπτίσματος διδασκαλία του Παπισμού, αλλά προχωρεί ένα βήμα πιο πέρα και αξιολογεί τόσο το προτεσταντικό, όσο και το ορθόδοξο βάπτισμα, τα οποία, (και τα δύο), «ενσωματώνουν αληθινά» στο σώμα του Χριστού και άρα είναι έγκυρα και αποτελεσματικά.     

    Η κακόδοξη αυτή θεωρία βρήκε έδαφος δυστυχώς και μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία με κύριους εκφραστές της πολλούς Επισκόπους και θεολόγους. Στο «Κοινό Ανακοινωθέν» του «Πάπα» Ιωάννη Παύλου του Β΄ και του οικ. Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου, στις 29 Ιουνίου 1995, γίνεται λόγος για την «βαπτισματική ενότητα»: «Μία κοινή μυστηριακή αντίληψη της Εκκλησίας έχει εμφανισθεί, διατηρείται και μεταδίδεται στο χρόνο διά της αποστολικής διαδοχής…Παρακινούμε τους πιστούς μας, Καθολικούς και Ορθοδόξους, να ενισχύσουν το πνεύμα της αδελφότητας, το οποίο προέρχεται από το ένα βάπτισμα και από την συμμετοχή στη μυστηριακή ζωή».[5]

    Ο πρώην Συμπρόεδρος της Μικτής Επιτροπής επί του Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών, Μητροπολίτης Περγάμου κ. Ιωάννης Ζηζιούλας σε δήλωσή του επαναλαμβάνει: «Το βάπτισμα δημιουργεί ένα όριο στην Εκκλησία. Τώρα με αυτό το βαπτιστικό όριο είναι κατανοητό να υπάρξει διαίρεση, αλλά οποιαδήποτε διαίρεση μέσα σε αυτά τα όρια δεν είναι το ίδιο με την διαίρεση, που υπάρχει μεταξύ της Εκκλησίας και αυτών που βρίσκονται έξω από αυτό το βαπτιστικό όριο […] Εντός του βαπτίσματος, ακόμη και αν υπάρχει μια διάσπαση, μια διαίρεση, ένα σχίσμα, ακόμη μπορείς να μιλάς για Εκκλησία».[6] Ο Μητροπολίτης Πίτσβουργκ Μάξιμος, (Οικουμενικό Πατριαρχείο), δήλωσε τα εξής στο περιοδικό της Επισκοπής του: «Όταν ομολογούμε πίστη σε ένα Βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών, δεν εννοούμε με αυτό το Ορθόδοξο Βάπτισμα, αλλά κάθε Χριστιανικό Βάπτισμα. Ορθοδοξία και Ρωμαιοκαθολικισμός, οι δύο ‘αδελφές εκκλησίες’, παλαιόθεν συνεχίζουν να αναγνωρίζουν το Βάπτισμα αλλήλων, όπως επίσης και τα άλλα μυστήρια, τα επιτελούμενα στις εκκλησίες αυτές. Ο αναβαπτισμός υπό των Ορθοδόξων των ετεροδόξων βαπτισμένων Χριστιανών εμπνέεται από στενοκεφαλιά, φανατισμό και μισαλλοδοξία… είναι μια αδικία κατά του Χριστιανικού Βαπτίσματος και εν τέλει μία βλασφημία του Αγίου Πνεύματος, που επενεργεί σε κάθε Χριστιανικό Βάπτισμα»[7].

    Εφαρμόζοντας στην πράξη την πεπλανημένη αυτή θεωρία το Οικουμενικό Πατριαρχείο  προχώρησε τον Οκτώβριο του 2004 στην επίσημη αναγνώριση του βαπτίσματος των Προτεσταντών της «Ευαγγελικής Εκκλησίας της Γερμανίας». Πέραν τούτου στην 9η Γενική Συνέλευση του Π.Σ.Ε. στο Porto Alegre της Βραζιλίας το 2006 έγινε δεκτό και από τους  αντιπροσώπους των Ορθοδόξων Εκκλησιών ότι: «όλοι οι βαπτισμένοι εν Χριστώ είναι ενωμένοι στο Σώμα Του» (παράγ. 8). Και παρακάτω: «Το ότι όλοι μας από κοινού ανήκουμε στον Χριστόν διά του βαπτίσματος εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, δίνει την δυνατότητα στις Εκκλησίες και τις καλεί να συμβαδίσουν ακόμη και όταν διαφωνούν» (παράγ. 9).[8]  

    Η εν λόγω θεωρία για πρώτη φορά αποτυπώθηκε στα κοινής αποδοχής κείμενα των Θεολογικών Διαλόγων μεταξύ Ορθοδόξων και παπικών στην  Ζ΄ Γενική Συνέλευση της Μικτής Θεολογικής Επιτροπής επί του Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και παπικών το 1993 στο Balamand του Λιβάνου. Στο κείμενο της εν λόγω Συνέλευσης διακηρύχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: «…Από τις δύο πλευρές αναγνωρίζεται ότι αυτό που ο Χριστός ενεπιστεύθη στην Εκκλησία Του -ομολογία της αποστολικής πίστεως, συμμετοχή στα ίδια μυστήρια, προ πάντων στη μοναδική Ιερωσύνη, που τελεί τη μοναδική θυσία του Χριστού, αποστολική διαδοχή των Επισκόπων- δεν δύναται να θεωρήται ως η ιδιοκτησία της μιας μόνον από τις Εκκλησίες μας. Στα πλαίσια αυτά είναι προφανές ότι κάθε είδους αναβαπτισμός αποκλείεται, (παράγρ. 13,14)»[9].

    Ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεος παρατηρεί σχετικά πως «… σύγχυση επικρατεί στους οικουμενιστικούς κύκλους γύρω από τα θέματα αυτά, καθώς επίσης και ότι η αποδοχή του Βαπτίσματος των αιρετικών (Παπικών, Προτεσταντών πού αλλοίωσαν το δόγμα της Αγίας Τριάδος κλπ) ερμηνεύεται ως αποδοχή της υπάρξεως Εκκλησίας στους αιρετικούς και ακόμη χειρότερο ότι και οι ‘δύο Εκκλησίες’ Ορθόδοξη και Λατινική έχουν ενότητα παρά τις ‘μικρές’ διαφορές, ή προερχόμαστε από την ίδια Εκκλησία και πρέπει να αναζητήσουμε να επιστρέψουμε και να αποτελέσουμε την μόνη Εκκλησία. Είναι έκδηλη εδώ η θεωρία των κλάδων»[10].

    Σύμφωνα με την διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας υπάρχει μόνο ένα έγκυρο βάπτισμα καθώς βεβαιώνει ο απόστολος Παύλος: «Εις Κύριος, μία πίστις, εν βάπτισμα» (Εφ. 4,5), και καθώς ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως: «Ομολογώ εν βάπτισμα». Αυτό δε το ένα βάπτισμα είναι έγκυρο και κανονικό, αληθινό και λυτρωτικό, μόνο μέσα στην Μία, Αγία, Καθολική, και Αποστολική Εκκλησία, δηλαδή την Ορθόδοξο Εκκλησία. Είναι χαρακτηριστική η ρήση του Μ. Βασιλείου: «Πίστις δε και βάπτισμα, δύο τρόποι της σωτηρίας, συμφυείς αλλήλοις και αδιαίρετοι. Πίστις μεν γαρ τελειούται δια βαπτίσματος, βάπτισμα δε θεμελιούται δια της πίστεως, και δια των αυτών ονομάτων εκάτερα πληρούται. Ως γαρ πιστεύομεν εις Πατέρα και Υιόν και άγιον Πνεύμα, ούτω και βαπτιζόμεθα εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του αγίου Πνεύματος. Και προάγει μεν η ομολογία προς την σωτηρίαν εισάγουσα, επακολουθεί δε το βάπτισμα επισφραγίζον ημών την συγκατάθεσιν».[11] Κάθε άλλο βάπτισμα που τελείται από αιρετικούς, ή σχισματικούς, (στην προκειμένη περίπτωση από Ρωμαιοκαθολικούς, ή Προτεστάντες) είναι ψευδώνυμο και ανενέργητο. Την αλήθεια αυτή διακηρύσσουν κατά τρόπο αυθεντικό, ξεκάθαρο και οριστικό οι Αποστολικοί Κανόνες 46, 47, 50 και 68. Μάλιστα ο 50ος Κανόνας ορίζει σαν απαραίτητο στοιχείο του γνησίου βαπτίσματος, την τριπλή κατάδυση μέσα στο νερό. Ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης σχολιάζοντας τον 46ον Αποστολικό Κανόνα λέγει τα εξής πολύ σημαντικά: «Λοιπόν ακολουθούντες εις τα ειρημένα, επειδή ο τύπος του αποστολικού κανόνος το απαιτεί, λέγομεν, ότι το των Λατίνων, (και κατ’ επέκτασιν και των Προτεσταντών), βάπτισμα είναι ψευδώνυμον βάπτισμα και διά τούτο, ούτε κατά τον λόγον της ακριβείας είναι δεκτόν, ούτε κατά τον λόγον της οικονομίας» .[12]

    Μέσα στο ίδιο πνεύμα και σε πλήρη αρμονία με τα παρά πάνω ορίζει και ο πρώτος Κανών του Μ. Βασιλείου: «Οι δε της Εκκλησίας αποστάντες ουκέτι έσχον την Χάριν του Αγίου Πνεύματος εφ’ εαυτοίς. Επέλιπε γαρ η μετάδοσις τω διακοπήναι την ακολουθίαν…οι δε απορραγέντες, λαϊκοί γενόμενοι, ούτε του βαπτίζειν ούτε του χειροτονείν είχον την εξουσίαν, ουκέτι δυνάμενοι Χάριν Πνεύματος Αγίου παρέχειν, ης αυτοί εκπεπτώκασιν»[13]. Σε άλλο σημείο τονίζει ο ιερός πατήρ: «Εκείνο γαρ έκριναν οι παλαιοί δέχεσθαι βάπτισμα το μηδέν της πίστεως παρεκβαίνον»[14] Η Σύνοδος της Καρχηδόνος, (255 μ. Χ.), όρισε: «Όπερ δια παντός ισχυρώς και ασφαλώς κρατούμεν, μηδένα βαπτίζεσθαι δύνασθαι έξω της καθολικής Εκκλησίας, ενός όντος βαπτίσματος, και εν μόνη τη καθολική εκκλησία υπάρχοντος»[15]. Τέλος ο μεγάλος θεολόγος της αρχαίας Εκκλησίας Δίδυμος ο Τυφλός τόνισε πως «Μετερχόμενοι τοίνυν εις την ορθοδοξίαν, καν τυχόν ώσιν βεβαπτισμένοι, βαπτίζονται μεν, (ου γαρ λέγομεν αναβαπτίζονται), επειδή μη έχουσι το αληθές βάπτισμα»[16].

    Περαίνοντας, εκφράζουμε την τελεία αντίθεσή μας με την γενομένη  «Συμφωνία για το Βάπτισμα», την οποία θεωρούμε ως μέγα ατόπημα και σοβαρή παρέκκλιση από την Ορθόδοξη αυτοσυνειδησία. Ο κ. Λέων διαγράφει την πατερική παράδοση αιώνων, ότι οι αιρετικοί είναι εκτός της Εκκλησίας, προβάλλοντας τη δική του άκρως πλανεμένη άποψη ότι οι αιρετικοί ακολουθούν έναν «διαφορετικό δρόμο» από την Ορθόδοξη Εκκλησία και όχι κακόδοξο!  Φυσικά δεν τρέφουμε την παραμικρή αυταπάτη για διακοπή εκκλησιαστικής κοινωνίας, (ή έστω κάποιον έλεγχο), από άλλη Τοπική Εκκλησία, διότι σχεδόν στο σύνολό της η Ορθόδοξη ηγεσία έχει αλωθεί από τα ολέθρια διδάγματα του Οικουμενισμού! Απευθυνόμαστε μόνο στο Ορθόδοξο  πλήρωμα, τον πραγματικό φύλακα της σώζουσας αλήθειας της Εκκλησίας μας, να επαγρυπνεί και να αντισταθεί στην δόλια απόπειρα νοθεύσεως της σώζουσας αλήθειας του Ευαγγελίου, που επιχειρείται μέσα στους κόλπους του Οικουμενισμού.

 

Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και των Παραθρησκειών

 

[1] Βλ. https://www.ekklisiaonline.gr/ ekklisisiaellados/ine-apodekti-vaptismatiki-theologia/.

[2] Βλ. Ιστ. https://tasthyras.wordpress.com/2022.

[3]Πρωτοπρ. π. Πέτρου Χίρς, διδάκτωρος της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ, «Η εκκλησιολογική αναθεώρηση της Β΄ Βατικανής Συνόδου», Εκδ. Uncut Mountain Press, Θεσσαλονίκη 2014, σελ. 305.

[4]Ο.π. … σελ. 146.

[5]Βλ. «Κοινό ανακοινωθέν» Πάπα Ιωάννη – Παύλου Β΄ καί Πατριάρχου Βαρθολομαίου (29-6-1993) και ΠΡΕΣΒ. ΠΕΤΡΟΣ HEERS, «Το Μυστήριο του Βαπτίσματος και η ενότητα της Εκκλησίας· η ιδέα της «Βαπτισματικής Ενότητας» και η αποδοχή της από τους Ορθοδόξους Οικουμενιστές», εν περιοδικώ Εν Συνειδήσει· Οικουμενισμός· ιστορική και κριτική προσέγγιση, εκδ. Ι. Μ. Μεγ. Μετεώρου, Άγια Μετέωρα, Ιούνιος 2009, σ. 118).

[6]«Orthodox  Ecclesiology and the Ecumenical Movement», Sourozh Diocesan Magazine (Ἀγγλία), τόμ. 21 (Αυγουστος 1985), σ. 16.

[7] Βλ. περιοδ. Επισκοπής Πιτσβούργου The Illuminator, Θέρος 1995.

[8] Βλ. Περιοδ. «Θεοδρομία», τεύχ. 1, Ιανουάριος- Μάρτιος 2008, σελ. 136-137

[9] Περισσότερα σχετικά με το κείμενο και σχόλια βλ. Θεοδ. Ζήση πρωτ. Καθ. Θεολ. Σχολής ΑΠΘ, «Ουνία η καταδίκη και η αθώωση», Εκδ. Βρυέννιος, Θεσσαλονίκη 2002, σ. 148-186 και Αντωνίου Παπαδοπούλου, Θεολογικός Διάλογος Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών, (Ιστορία-κείμενα –προβλήματα), Εκδ. Αδελφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη-Αθήνα 1996,  σελ.205-235.

[10] Βλ. https://www.entaksis.gr/%CE%B7.

[11] Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, SC 17, 12, 2831-40.

[12] Αγίου Νικοδήμου του αγιορείτου, Πηδάλιον, Εκδ. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1991, σελ. 51, 55, 62, 89

[13] Βλ. Αγίου Νικοδήμου αγιορείτου, Πηδάλιον, …ο.π. σελ. 587

[14] PG 32, 665A.

[15] Ράλλη – Ποτλῆ, Σύνταγμα 3, 3.

[16] PG 39, 720Α.