ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΕΠΙ ΤΗι ΚΥΡΙΑΚΗι ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ 2013

ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΕΠΙ ΤΗι ΚΥΡΙΑΚΗι ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ 2013

Π Ο Ι Μ Α Ν Τ Ο Ρ Ι Κ Η Ε Γ Κ Υ Κ Λ Ι Ο Σ

ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ

ΕΠΙ ΤΗι ΚΥΡΙΑΚΗι ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ 2 0 1 3

 

Ἔλεγε ὁ μακαριστός ἅγιος Γέρων Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης : « διάβολος πλωσε τρία πλοκάμια νά πιάσει λο τόν κόσμο. Τούς πλουσίους νά τούς πιάσει μέ τή Μασονία, τούς πτωχούς μέ τόν κομμουνισμό καί τους θρησκευόμενους μέ τόν οκουμενισμό». Ὁ ἴδιος ἄλλοτε σέ συνάξεις μοναζουσῶν ἐπεσήμανε : «Οκουμενισμός καί Κοινή γορά, να κράτος μεγάλο, μία θρησκεία στά μέτρα τους. Ατά εναι σχέδια διαβόλων»[1].

Τί εἶναι, ὅμως, ὁ Οἰκουμενισμός ;          

Ὁ σύγχρονος ἅγιος γέρων τῆς Σερβικῆς Ἐκκλησίας καί καθηγητής τῆς Δογματικῆς σιος ουστίνος Πόποβιτς σημειώνει : « Οκουμενισμός εναι κοινόν νομα διά τούς ψευδοχριστιανισμούς, διά τάς ψευδοεκκλησίας τς Δυτικς Ερώπης. Μέσα του ερίσκεται καρδία λων τν ερωπαϊκν ομανισμν μέ πικεφαλς τόν Παπισμό. λοι δέ ατοί ο ψευδοχριστιανισμοί, λαι α ψευδοεκκλησίαι δέν εναι τίποτε λλο παρά μία αρεσις παραπλεύρως ες τήν λλην αρεσιν. Τό κοινόν εαγγελικόν νομά τους εναι παναίρεσις»[2]. Στό ἴδιο μῆκος κύματος ὁ μακαριστός γέρων ἀρχιμανδρίτης π. Χαράλαμπος Βασιλοπουλος μᾶς δίνει τήν πραγματική εἰκόνα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ : « Οκουμενισμός εναι να Κίνημα παγκόσμιον του Διεθνος Σιωνισμο καί χει ς μοναδικόν σκοπόν τήν πολιτικήν καί θρησκευτικήν κατάκτησιν τς Οκουμένης! Οκουμενισμός εναι μιά φοβερά λαίλαψ, πού προετοιμάζεται νά ξεθεμελιώση, πως φαντάζεται, τήν ‘Μίαν, γίαν, Καθολικήν καί ποστολικήν κκλησίαν’ το Χριστο. Εναι γριος τυφών τν δυνάμεων το σκότους, πού συγκεντρώνει τήν καταστροφικήν του μανία ναντίον κυρίως τς ρθοδοξίας, μέ τόν σκοτεινό πόθο νά τήν κμηδενίσ καί νά τήν φανίσ»[3]. Ἐπίσης, ὁ μακαριστός γέρων ἀρχιμανδρίτης π. θανάσιος Μυτιληναος ὀνομάζει τόν Οἰκουμενισμό τελευταῖο πρόδρομο τοῦ Ἀντιχρίστου[4]. Ὁ ὁμότιμος καθηγητής τῆς πατρολογίας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ. αἰδεσιμολογιώτατος πρωτοπρεσβύτερος π. Θεόδωρος Ζήσης, μεγάλος ἀγωνιστής καί πολέμιος τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, παρατηρεῖ σχετικά μέ τήν αἵρεση αὐτή ὅτι « κίνδυνος ατός (κ το Οκουμενισμο) ποβαίνει μεγαλύτερος, κ το γεγονότος τι πειλή δέν εναι μόνον ξωτερική. Δέν προέρχεται δηλαδή μόνον πό τόν Παπισμό καί τόν Προτεσταντισμό, ο ποοι ντιμετωπιζόμενοι παλαιότερα ς αρέσεις, εχαν λάχιστες, σχεδόν μηδαμινές δυνατότητες νά σκήσουν πιρροή στούς ρθοδόξους πιστούς. κίνδυνος τώρα εναι πολλαπλασίως μεγαλύτερος, διότι δρ κ τν σω. Πολλοί ποιμένες, τν ποίων βασική ποστολή εναι νά διώκουν τούς λύκους τν αρέσεων καί τν πλανν, δέν βλέπουν νά πάρχουν λύκοι, γιά νά τούς κδιώξουν, φο θεωρον, τι Παπισμός καί Προτεσταντισμός δέν εναι αρέσεις, λλά ‘σεβάσμιες κκλησίες’, δελφές κκλησίες’, συνδιαχειρίστριες το γιασμο καί τς σωτηρίας τν πιστν». Σύμφωνα, τέλος, μέ τόν ἀείμνηστο Καθηγητή τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου κ. Κων/νο Μουρατίδη « Οκουμενισμόςσυγκρητισμός δέν εναι πλς μία αρεσις, λλά παναίρεσις, διότι κατ΄οσίαν δηγε ες τήν ρνησιν το Χριστιανισμο ς μοναδικς καί ποκλειστικς πολύτου ληθείας ξ ποκαλύψεως καί ες τόν ποβιβαμόν ατο ες μίαν μεταξύ τν πολλν θρησκειν τήν πνευματικωτέραν καί σπουδαιοτέραν, λλά χι τήν μοναδικήν. Οκουμενισμός, ρα συγκρητισμός εναι μεγαλυτέρα πειλή κατά τς ρθοδόξου Καθολικς κκλησίας, διότι δι΄ατς δέν πλήττεται πλς ν δόγμα μία θεμελιώδης λήθεια, λλά σύμπασα συλλήβδην δογματική καί κανονική τάξις τς γίας το Χριστο κκλησίας»[5].

 Ὅπως ἡ παγκοσμιοποίηση σέ πολιτικό ἐπίπεδο θέλει νά ἑνώσει τόν κόσμο καί νά κάνει ἕνα παγκόσμιο κράτος, μία παγκόσμια ἠλεκτρονική διακυβέρνηση, ἕνα παγκόσμιο νόμισμα, μία παγκόσμια οἰκονομία, ἔτσι καί ὁ Οἰκουμενισμός σέ θρησκευτικό ἐπίπεδο θέλει νά ἑνώσει ὅλες τίς θρησκεῖες (διαθρησκειακός οἰκουμενισμός) καί ὅλες τίς αἱρέσεις (διαχριστιανικός οἰκουμενισμός) σέ μία παγκόσμια θρησκεία, ἀψηφώντας καί περιθωριοποιώντας τίς τεράστιες, γιγαντιαῖες καί χαώδεις δογματικές διαφορές καί ξεθεμελιώνοντας ἐκ βάθρων τά δόγματα καί τήν πίστη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ὁ Οἰκουμενισμός εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἐκκλησιολογική αἵρεση ὅλων τῶν ἐποχῶν, ἐπειδή ἐξισώνει ὅλες τίς θρησκεῖες καί τίς πίστεις.

Ἰδιαιτέρως πρέπει νά τονισθεῖ ὅτι πηγή καί μήτρα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ τυγχάνει ἡ Μασωνία, πού προωθεῖ δι’ αὐτοῦ τήν παγκόσμια θρησκεία τοῦ Ἐωσφορισμοῦ, ὅπως καί τῆς Μασωνίας πηγή καί μήτρα εἶναι ὁ φρικώδης διεθνής Σιωνισμός.

Ὑπάρχει ἕνα προκαθορισμένο σχέδιο νώσεως, πού ὁδηγεῖ στήν διαμυστηριακή κοινωνία (intercommunio) πασῶν τῶν αἱρέσεων καί τῶν θρησκειῶν, στήν ἐπιβολή τῆς πανθρησκείας καί τό ὁποῖο ἀποτελεῖται ἀπό τρεῖς φάσεις. Ἡ πρώτη φάση τοῦ σχεδίου ἑνώσεως εἶναι ἡ ἕνωση ὅλων τῶν χριστιανικῶν ὁμολογιῶν, δηλ. ὁ διαχριστιανικός οἰκουμενισμός. Ἡ δεύτερη φάση εἶναι ἡ ἕνωση ὅλων τῶν θρησκειῶν, δηλ. ὁ διαθρησκειακός οἰκουμενισμός καί ἡ τρίτη φάση εἶναι ἡ ἕνωση ὅλων τῶν ὁμολογιῶν καί τῶν θρησκειῶν, δηλ. ἡ ἐπιβολή τῆς πανθρησκείας, μέ ἀρχηγό τόν αἱρεσιάρχη Πάπα τῆς Ρώμης, ὁ ὁποῖος θά παραδώσει τήν παγκόσμια ἐξουσία στόν Ἀντίχριστο.

Οἱ ρίζες τοῦ Οκουμενισμο πρέπει νά ἀναζητηθοῦν στόν προτεσταντικό χρο, στά μέσα τοῦ 19ου αἰ. Τότε κάποιες «χριστιανικές ὁμολογίες», βλέποντας τόν κόσμο νά φεύγει ἀπό κοντά τους λόγω τῆς αὐξανομένης θρησκευτικῆς ἀδιαφορίας καί τῶν ὀργανωμένων ἀντιθρησκευτικῶν κινημάτων, ἀναγκάσθηκαν σέ μιά συσπείρωση καί συνεργασία. Αὐτή ἡ ἑνωτική δραστηριότητά τους ἔλαβε ὀργανωμένη πλέον μορφή, ὡς Οἰκουμενική Κίνηση, τόν 20ό αἰ. καί κυρίως τό 1948, μέ τήν ἵδρυση στό Ἄμστερνταμ τῆς Ὀλλανδίας τοῦ λεγομένου Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν (Π.Σ.Ε.), πού ἑδρεύει στή Γενεύη[6].

κκλησία τς λλάδος πάντοτε ἀντιστέκεται σταθερά, ἀταλάντευτα καί ἀκλόνητα στόν Οικουμενισμό καί ἀποτεῖ ἰσχυρό ἀντιοικουμενιστικό προπύργιο.

Ἕνα ἀπό τά μέσα, ποῦ χρησιμοποιεῖ ὁ Οἰκουμενισμός, γιά νά ἐπιτύχει τούς σκοπούς του, εἶναι ὁ συγκρητισμός, αὐτός ὁ θανάσιμος ἐχθρός τῆς χριστιανικῆς πίστεως, τόν ὁποῖο προωθεῖ τό λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν». « συγκρητισμός εναι σχετικοποίηση τν θρησκειν καί τν θρησκευτικν δεν. Εναι μιά πανοικουμενική θρησκευτική σύνθεση καί σύζευξη τν πιό ντιθετικν καί νομοίων στοιχείων»[7].

Ὁ Οἰκουμενισμός κινεῖται σέ δύο ἐπίπεδα˙ τό πρῶτο σέ διαχριστιανικό καί τό δεύτερο σέ διαθρησκειακό. Ἔτσι, ἔχουμε τόν διαχριστιανικό οκουμενισμό καί τόν διαθρησκειακό οκουμενισμό, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν δύο ἀπό τίς βασικές κατευθύνσεις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ὁ μέν διαχριστιανικός οκουμενισμός προωθεῖ τήν ἕνωση τῶν διαφόρων χριστιανικῶν «ὁμολογιῶν» (Παπικῶν, Προτεσταντῶν, Ἀγγλικανῶν, Πεντηκοστιανῶν, Μονοφυσιτῶν) μέ τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μέ τό κριτήριο τοῦ δογματικοῦ μινιμαλισμοῦ. Σύμφωνα μέ τήν οἰκουμενιστική ἀρχή τοῦ «διαχριστιανικο δογματικο συγκρητισμο» οἱ δογματικές διαφορές μεταξύ ἑτεροδόξων εἶναι ἁπλῶς τυπικές παραδόσεις κάθε «ἐκκλησίας» καί πρέπει νά παρακάμπτονται γιά τό καλό της ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία μπορεῖ νά ἐκφράζεται μέ τήν ποικιλία διαφόρων μορφῶν καί ἐκφράσεων. Ὁ δέ διαθρησκειακός οκουμενισμός, θεωρώντας ὅτι σέ ὅλες τίς θρησκεῖες ὑπάρχουν θετικά στοιχεῖα, προωθεῖ τήν ἕνωση μεταξύ αὐτῶν καί κυρίως μεταξύ τῶν δῆθεν τριῶν μονοθεϊστικῶν θρησκειῶν τοῦ κόσμου, τοῦ Χριστιανισμοῦ, τοῦ Μουσουλμανισμοῦ καί τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ. Μέ λίγα λόγια προωθεῖ τήν λεγομένη «πανθρησκεία». Σύμφωνα μέ τήν οἰκουμενιστική ἀρχή τοῦ «διαθρησκειακο συγκρητισμο» πρέπει νά βλέπουμε τά «κοινά θεολογικά σημεῖα», ποῦ ὑπάρχουν σέ ὅλες τίς «μονοθεϊστικές θρησκεῖες», ὥστε νά οἰκοδομήσουμε τήν θρησκευτική ἑνότητα τῆς οἰκουμένης.

Ὁ Οἰκουμενισμός, γιά νά ὑλοποιήσει τούς στόχους του, ἀναγκάζεται νά παραθεωρήσει ἤ καί νά ἀναθεωρήσει βασικές ἀρχές τῆς Ὀρθοδοξίας.

Προβάλλει τήν ἀντίληψη τῆς ‘Διευρημένης κκλησίας’, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία καί περιλαμβάνει τούς χριστιανούς κάθε «ὁμολογίας», ἀπό τή στιγμή πού δέχθηκαν τό βάπτισμα. Ἔτσι, ὅλες οἱ «χριστιανικές ὁμολογίες» εἶναι μεταξύ τους δελφές κκλησίες’. Πρόκειται γιά τήν θεωρία τῆς βαπτισματικς θεολογίας.

Μέσα στό ἴδιο πνεῦμα κινεῖται καί ἡ ἰδέα τῆς ‘Παγκοσμίου ρατς κκλησίας’. Ἡ Ἐκκλησία, πού ὑφίσταται τάχα ‘ἀόρατα’ καί ἀπαρτίζεται ἀπό ὅλους τους χριστιανούς, θά φανερωθεῖ καί στήν ὁρατή της διάσταση μέ τίς κοινές ἑνωτικές προσπάθειες.

Τίς ἀντιλήψεις αὐτές ἐπηρέασε καί ἡ προτεσταντική θεωρία τν κλάδων, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἕνα ‘δένδρο’ μέ ‘κλαδιά’ ὅλες τίς «χριστιανικές ὁμολογίες», καθεμιά ἀπό τίς ὁποῖες κατέχει ἕνα μόνο μέρος τῆς ἀληθείας.

Ἄς προστεθεῖ καί ἡ θεωρία τν ‘δύο πνευμόνων’, πού ἀναπτύχθηκε μεταξύ ὀρθοδόξων οἰκουμενιστῶν καί παπικῶν. Σύμφωνα μ΄ αὐτήν, Ὀρθοδοξία καί παπισμός εἶναι οἱ δύο πνεύμονες, μέ τούς ὁποίους ἀναπνέει ἡ Ἐκκλησία. Γιά νά ἀρχίσει τάχα νά ἀναπνέει ὀρθά καί πάλι, θά πρέπει οἱ δύο πνεύμονες νά συγχρονίσουν τήν ἀναπνοή τους.

Βασική θέση τοῦ Οἰκουμενισμού εἶναι ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ συμπροσευχή μεταξύ Ὀρθοδόξων καί αἱρετικῶν ἤ ἀλλοθρήσκων καί ὅτι ἀπαγορεύεται μόνο ἡ συλλειτουργία μεταξύ τους.

Σκοπός τοῦ Οἰκουμενισμοῦ δέν εἶναι νά ἀδειάσει τούς ἱερούς Ναούς ἀπό πιστούς˙ ἀντίθετα τούς θέλει ἀσφυκτικά γεμάτους, μόνο πού αὐτοί οἱ «πιστοί» θά ἔχουν ἀλλοιωμένη καί οἰκουμενιστική πίστη καί διδασκαλία.

Στίς μεθόδους, πού χρησιμοποεῖ ὁ Οἰκουμενισμός γιά τήν προσέγγιση τῶν χριστιανῶν, περιλαμβάνεται ὁ δογματικός μινιμαλισμός καί ὁ δογματικός μαξιμαλισμός. Ὅσον ἀφορᾶ στόν δογματικό μινιμαλισμό, πρόκειται γιά μία προσπάθεια νά συρρικνωθοῦν τά δόγματα στά πιό ἀναγκαῖα, σέ ἕνα ‘μίνιμουμ’ (=ἐλάχιστο), προκειμένου νά ὑπερπηδηθοῦν οἱ δογματικές διαφορές μεταξύ τῶν «ὁμολογιῶν» καί νά ἐπέλθει ἡ «ἕνωση τῶν χριστιανῶν». Τό ἀποτέλεσμα, ὅμως, εἶναι ἡ παραθεώρηση τοῦ δόγματος, ὁ ὑποβιβασμός καί ἡ ἐλαχιστοποίηση τῆς σημασίας του. Ὅσον ἀφορᾶ στόν δογματικό μαξιμαλισμό, ἐννοεῖται ἡ προσπάθεια μερικῶν νά προσθέτουν νέες λέξεις καί ὅρους στό δόγμα, γιά νά ἑρμηνεύεται δῆθεν καλύτερα ἡ πίστη ἤ νά ἐπιδιώκεται μιά νέα εὐρύτερη ἑρμηνεία[8].

Γνήσιο τέκνο τοῦ Οἰκουμενισμοῦ εἶναι καί ἡ ἐσχάτως ἀναφυεῖσα μεταπατερική νεοπατερική συναφειακή αρεση.

μεταπατερική νεοπατερική αρεση κάνει λόγο γιά τήν ὑπέρβαση, τό ξεπέρασμα, τήν περιθωριοποίηση τοῦ συνόλου τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τήν ἀντικατάστασή τους ἀπό τούς σημερινούς, συγχρόνους δῆθεν «νέους πατέρες», τούς μεταπατερικούς οἰκουμενιστές. Στόχος αὐτῆς τῆς πατρομαχίας εἶναι ἡ προλείανση τῆς ὁδοῦ πρός τήν ψευδοένωση μέ τούς αἱρετικούς καί τούς ἑτεροδόξους, ἐφόσον πλέον μεταίρονται τά ὅρια, « ο Πατέρες μν θεντο» μεταξύ ἀληθείας καί πλάνης, Ὀρθοδοξίας καί αἱρέσεως, ὅπως ἐπιτυχῶς ἀποδείχθηκε στό μεγάλο ἐπιστημονικό καί θεολογικό συνέδριο, πού διοργάνωσε πέρισυ τόν Φεβρουάριο τοῦ 2012 ἡ ερά Μητρόπολή μας μέ θέμα : «Μεταπατερική αρεση καί πατερική θεολογία».

συναφειακή αρεση ἀφορᾶ στήν Ἱεραποστολή καί στόν Εὐαγγελισμό καί νοεῖται ὡς ἡ ἀποφυγή τῶν διαφόρων χριστιανικῶν ὁμολογιῶν νά ἐμφανισθοῦν, ἐνώπιον τῶν μή χριστιανῶν, ὡς διχασμένες λόγω τῶν δογματικῶν διαφορῶν τους. Γι’αὐτό καί καλοῦνται νά δείξουν ἑνότητα, θέτοντας σέ προτεραιότητα θέματα κοινωνικῆς δικαιοσύνης καί καταπιέσεως τῶν κοινωνικῶν τάξεων. Αὐτό, ὅμως, ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα ἡ ἱεραποστολή καί τό κήρυγμα νά στραφοῦν στή διατύπωση τρόπων ἀποκαταστάσεως τῶν κοινωνικῶν ἀδικιῶν καί ὄχι στή μετάδοση τῶν ἀληθειῶν τοῦ Εὐαγγελίου[9].

Κανείς δέν ἀγνοεῖ ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀπό τή φύση της εἶναι ἀνοιχτή στό διάλογο. Ὁ Θεός πάντοτε διαλέγεται μέ τόν ἄνθρωπο καί οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας δέν ἀρνήθηκαν ποτέ τή διαλεκτική ἐπικοινωνία τους μέ τόν κόσμο. Οἱ Ἅγιοι, ἔχοντας αὐτοσυνειδησία τῆς κοινωνίας τους μέ τό Θεό, προσπαθοῦσαν μέ τό διάλογο νά μεταδώσουν τήν ἐμπειρία τῆς ἀληθείας, πού βίωναν. Γι΄ αὐτούς ἡ ἀλήθεια δέν ἦταν ἀντικείμενο ἔρευνας. Δέν τήν ἀναζητοῦσαν, δέν τήν διαπραγματεύονταν, ἁπλά τήν πρόσφεραν. Ἄν ὁ διάλογος δέν ὁδηγοῦσε τούς ἑτερόδοξους στήν ἀπόρριψη τῆς πλάνης τους καί στήν ἀποδοχή τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, δέν τόν συνέχιζαν.

Οἱ σύγχρονοι οκουμενιστικοί διάλογοι, πού γίνονται μεταξύ Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Παπισμοῦ, Προτεσταντισμοῦ, Μονοφυσιτισμοῦ, Ἰσλαμισμοῦ καί Ἰουδαϊσμοῦ, διαφέρουν ριζικά ἀπό τούς διαλόγους τῶν Ἁγίων, γιατί διεξάγονται μέ βάση τίς ἀρχές τῆς διευρυμένης Ἐκκλησίας καί τοῦ δογματικοῦ μινιμαλισμοῦ. Γι΄ αὐτό εἶναι ἄκαρποι. Ἀπόδειξη ὅτι στά ἑκατό σχεδόν χρόνια της διεξαγωγῆς τους δέν ἔχουν προσφέρει τίποτε τό ἀξιόλογο στήν ἑνότητα τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου. Ἀντίθετα μάλιστα, κατάφεραν νά διχάσουν τούς Ὀρθοδόξους! «Δέν φίσταται μεγαλυτέρα πιτυχία το δολίου δράκοντος καί ασχίστου χθρο τς ληθείας καί τς σωτηρίας καί ρχαίου πτερνιστο δαίμονος πό τίς νωτέρω τραγικές κδηλώσεις το συγκρητιστικο οκουμενισμο πού μέ τό πρόσχημα τς δθεν ερήνης πομειώνει καί ετελίζει πλήρως τήν λήθεια τς διά Χριστο το μόνου ληθινο Σωτρος το κόσμου ποκαλύψεως. Μεγαλειωδς, θεος Παλος «προφητεύει» καί στηλιτεύει τό νειδος καί τό κανονικό γκλημα το συγκρητιστικο οκουμενισμο, πού ποτελε τήν σχάτη πλάνη καί τόν ασχιστο πρόδρομο το ντιχρίστου. Δικαιώνονται πομένως πλήρως, σοι διαμαρτύρονται, ντιτίθενται καί πέγραψαν καί πογράφουν τήν κατά το θεηλάτου καί εδεχθος καί γκληματικο οκουμενισμο, τς δαιμονικς ατς παναιρέσεως, μολογίαν»[10]. 

Τά κυριότερα σημεα τς παθολογίας τν σημερινν διαλόγων εἶναι τά ἑξῆς :

Α. λλειψη ρθοδόξου μολογίας.

Β. λλειψη ελικρίνειας τν τεροδόξων.

Γ. περτονισμός τς γάπης καί ποτονισμός τς ληθείας.

Δ. πρακτική το νά μή συζητονται ατά, πού χωρίζουν, λλά ατά, πού νώνουν.

Ε. μβλυνση τν ρθοδόξων κριτηρίων.

ΣΤ. μοιβαία ναγνώριση κκλησιαστικότητας.

Ζ. διάλογος πί σοις ροις.

Η. πογραφή κοινν ντορθοδόξων κειμένων.

Θ. Ο συμπροσευχές. Οἱ ὀρθόδοξοι οἰκουμενιστές, μέ τήν ἄμβλυνση τῶν θεολογικῶν τους κριτηρίων, εἶναι πολύ φυσικό νά συμμετέχουν χωρίς ἀναστολές σέ κοινές μέ τούς ἑτερόδοξους λατρευτικές ἐκδηλώσεις καί συμπροσευχές, πού πραγματοποιοῦνται συχνά στά πλαίσια τῶν διαχριστιανικῶν συναντήσεων. Γνωρίζουν ὅτι μέ τόν οἰκουμενιστικό αὐτό συμπνευματισμό δημιουργεῖται τό κατάλληλο ψυχολογικό κλίμα, πού ἀπαιτεῖται γιά τήν προώθηση τῆς ἑνωτικῆς προσπάθειας. Οἱ ἱεροί Κανόνες, ὅμως, τῆς Ἐκκλησίας μας ἀπαγορεύουν αὐστηρά τίς συμπροσευχές μέ τούς ἑτερόδοξους. Γιατί οἱ ἑτερόδοξοι δέν ἔχουν τήν ἴδια πίστη μ’ ἐμᾶς. Πιστεύουν σ’ ἕναν διαφορετικό, διαστρεβλωμένο Χριστό. Ὑπενθυμίζεται ὅτι ὁ 45ος κανών τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων ὁρίζει ὅτι : «πίσκοπος Πρεσβύτερος Διάκονος αρετικος συνευξάμενος μόνον φοριζέσθω, ε δε πέτρεψεν ατος ς κληρικος νεργσαι τι, καθαιρείσθω». Τί μᾶς λέει ὁ κανών αὐτός; «Ὅτι ὅποιος Ἐπίσκοπος ἤ Πρεσβύτερος ἤ Διάκονος συμπροσευχηθεῖ μόνο, ἀλλά ὄχι καί συλλειτουργήσει μέ αἱρετικούς, ἄς ἀφορίζεται. Ἐάν, ὅμως, ἐπέτρεψε νά ἐνεργήσουν ὁ,τιδήποτε ὡς κληρικοί, νά καθαιρεῖται». Ἡ συμπροσευχή, λοιπόν, ἀπαγορεύεται, ἐπειδή δηλώνει συμμετοχή στήν πίστη τοῦ συμπροσευχομένου καί δίνει σ’ αὐτόν τήν ψευδαίσθηση ὅτι δέν βρίσκεται στήν πλάνη, ὀπότε δέν χρειάζεται νά ἐπιστρέψει στήν ἀλήθεια. « προκάλυπτος πασίδηλος καί αταπόδεικτος καταπάτησις τν Θείων καί ερν Κανόνων τς Μις γίας Καθολικς καί ποστολικς το Χριστο κκλησίας ποτελε διά τούς νωτέρω οκουμενιστάς νειδος καί πτσιν, πού μόνον τό αμα το μαρτυρίου δύναται νά ποπλύνη διότι μετ’ πιγνώσεως πεμπολον καί περιφρονον τόν λόγον το Δομήτορος τς κκλησίας καί Σωτρος το κόσμου « μή τιμν τόν Υόν, ο τιμ τόν Πατέρα τόν πέμψαντα ατόν»[11] »[12].

Ι. Μυστηριακή Διακοινωνία.  Ἄν οἱ ἱεροί Κανόνες ἀπαγορεύουν τίς συμπροσευχές μέ τούς αἱρετικούς, πολύ περισσότερο ἀποκλείουν τή συμμετοχή μας στά λεγόμενα ἀνυπόστατα “Μυστήριά” τους. Ἡ άντίληψη τῆς μυστηριακῆς διακοινωνίας γιά μᾶς τούς Ὀρθοδόξους εἶναι παράλογη καί ἀπαράδεκτη. Ἡ Ἐκκλησία μας ποτέ δέν θεώρησε τή Θεία Εὐχαριστία ὡς μέσο γιά τήν ἐπίτευξη τῆς ἑνότητας, ἀλλά πάντοτε ὡς σφραγίδα καί ἐπιστέγασμά της. Ἄλλωστε, τό κοινό Ποτήριο προϋποθέτει κοινή πίστη.

Ἄλλο μέσο γιά τήν ἐπίτευξη τῶν σκοπῶν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀποτελεῖ ἡ διαχριστιανική συνεργασία σέ πρακτικούς τομες ἤ ἀλλιῶς ὁ λαϊκός Οκουμενισμός. Οἱ οἰκουμενιστές διατείνονται ὅτι τά ποικίλα σύγχρονα προβλήματα (κοινωνικά, ἠθικά, περιβαλλοντικά, βιοηθικά κ. ἄ.) ὀφείλουν νά μᾶς ἑνώνουν.

Ἡ Ἐκκλησία, ἀσφαλῶς, ἔδειχνε καί δείχνει πάντα μεγάλη εὐαισθησία σ΄ ὅλα τά ἀνθρώπινα προβλήματα, ὡστόσο ἡ ἀπό κοινοῦ μέ τούς αἱρετικούς ἀντιμετώπισή τους παρουσιάζει πολλά μειονεκτήματα.

Τά τελευταία χρόνια ἡ οἰκουμενιστική πολιτική ἀσκεῖται καί μέ τίς νταλλαγές πισήμων πισκέψεων μεταξύ τῶν Ὁμολογιῶν, οἱ ὁποῖες πραγματοποιοῦνται ἀπό ὑψηλόβαθμους, κυρίως, κληρικούς[13].

Σήμερα δυστυχῶς δέν ἐφαρμόζονται οἱ Ἱεροί Κανόνες. Ἡ στάση αὐτή δεν συνάδει μέ τήν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία εἶναι θεσμός Θεοΐδρυτος καί δημοκρατικός. Ἡ στάση αὐτή ἀποδεικνύει ὅτι δέν σεβόμεθα τούς Ἱ. Κανόνες καί τις παρακαταθήκες τῶν Ἁγίων καί θεοφόρων Πατέρων, οἱ ὁποῖοι πολέμησαν τίς αἱρέσεις τραγικώτατο δέ παράδειγμα πρός ἀποφυγήν ἀπορρίψεως τῶν Ἱερῶν Κανόνων τῶν Ἁγίων ἑπτά Οἰκουμενικῶν Συνόδων εἶναι ὁ Ρωμαιοκαθολικισμός πού κατήντησε παγκόσμιο ἐξαίσιο πτῶμα μέ τίς ἐγκληματικές συμπεριφορές τῶν «λειτουργῶν» του.

παραπάνω στάση τν οκουμενιστν καί τά νοίγματά τους στίς οκουμενιστικές δραστηριότητες εναι πό πάσης πλευρς καταδικαστέα, διότι α) μφισβητον μπρακτα τήν ρθοδοξοπατερική μας παράδοση καί Πίστη, β) σπέρνουν τήν μφιβολία στίς καρδιές το ποιμνίου καί κλονίζουν πολλούς, δηγώντας σέ διαίρεση καί σχίσμα καί γ) παρασύρουν να μέρος το ποιμνίου στήν πλάνη καί μέ ατήν στόν πνευματικό λεθρο. Ο κινούμενοι σατήν τήν οκουμενιστική νευθυνότητα, ποια θέση καί ν κατέχουν στόν κκλησιαστικό ργανισμό, ντιτάσσονται στήν παράδοση τν γίων μας καί συνεπς βρίσκονται σέ ντίθεση μαζί τους.

Γι’ ατό στάση τους πρέπει νά καταδικάζεται καί νά πορρίπτεται πό τό σύνολο τν εραρχν καί τόν πιστό Λαό[14], ποος εἶναι αὐτός πού κρατᾶ, πού σώζει τήν πίστη, σύμφωνα μέ τήν διακήρυξη τῶν τεσσάρων Πατριαρχῶν τό 1848: «Παρ΄μν οτε Πατριάρχαι οτε Σύνοδοι δυνήθησάν ποτέ εσαγαγεν νέα, διότι περασπιστής τς θρησκείας στίν ατό τό σμα τς κκλησίας, τοι ατός λαός, στις θέλει τό θρήσκευμα ατο αωνίως μετάβλητον καί μοειδές τ τν Πατέρων ατο»[15].

 

Μετά θερμν πατρικν εχν

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΣΑΣ

 

+ Πειραις ΣΕΡΑΦΕΙΜ



[1] ΓΕΡΩΝ ΠΑÏΣΙΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Λόγοι, τ. Β΄, ἔκδ. Ἱερόν Ἡσυχαστήριον «Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ὁ Θεολόγος», Σουρωτή Θεσσαλονίκης 1999, σ. 176.

[2] ΑΡΧΙΜ. ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ, Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καί Οἰκουμενισμός, Θεσσαλονίκη 1974, σ. 224.

[3] ΑΡΧΙΜ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ, Ὁ Οἰκουμενισμός χωρίς μάσκα, ἐκδ. Ὀρθόδοξος Τύπος, Ἀθήνα 1988, σσ. 23, 25.

[4] ΑΡΧΙΜ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ, 5η ὁμιλία στόν προφήτη Δανιήλ τῆς 15-11-1981. Σχ. βλ. Χριστιανική Σπίθα (Μάιος 2011) 1.

[5] Ὀρθόδοξος Τύπος 20-5-1970.

[6] Ὁ Οἰκουμενισμός, ἔκδ. Ἱ. Μ. Παρακλήτου, Ὠρωπός Ἀττικῆς 2004, σσ. 5-6.

[7] ΜΙΧΑΗΛ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ, «Ὁ Συγκρητισμός», Ὀρθόδοξος Τύπος (23-7-2004) 1-2.

[8]Ὁ Οἰκουμενισμός, ἔκδ. Ἱ. Μ. Παρακλήτου, Ὠρωπός Ἀττικῆς 2004, σ. 8.

[9] ΣΕΒ. ΜΗΤΡ. ΓΛΥΦΑΔΑΣ ΠΑΥΛΟΣ, « «Συναφειακές», «Μεταπατερικές» καί ἄλλες θεολογικές ἀναζητήσεις σέ συνέδριο τῆς θεολογικῆς Ἀκαδημίας τοῦ Βόλου», Θεοδρομία ΙΒ4 (Ὀκτώβριος-Δεκέμβριος 2010) 496.

[10] ΣΕΒ. ΜΗΤΡ. ΠΕΙΡΑΙΩΣ κ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Ἀνακοίνωση γιά διαθρησκειακές στό Μόναχο 28-9-2011, http://www.impantokra toros.gr/peiraios-seraphim-oikoumenismos-monacho.el.aspx.

[11] ω. 5, 23.

[12] ΣΕΒ. ΜΗΤΡ. ΠΕΙΡΑΙΩΣ κ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Ἀνακοίνωση γιά διαθρησκειακές στό Μόναχο 28-9-2011, http://www.impantokra toros.gr/peiraios-seraphim-oikoumenismos-monacho.el.aspx.

[13] Ὁ Οἰκουμενισμός, ἔκδ. Ἱ. Μ. Παρακλήτου, Ὠρωπός Ἀττικῆς 2004, σσ. 11-18.

[14] ΣΥΝΑΞΗ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΜΟΝΑΧΩΝ, Ὁμολογία Πίστεως κατά τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, Ἰούλιος 2009, σσ. 25-26.

[15] ΙΩ. ΚΑΡΜΙΡΗΣ, Τά δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τ. ΙΙ, GrazAustria 1968, σ. 920 [1000].